Πέμπτη 4 Ιουνίου 2009

"ΕΝΘΥΜΙΟΝ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ"



Tου ΑΡΙΣΤΕΙΔΗ ΒΙΚΕΤΟΥ

Η ιστορία της γραφικότερης πόλης της Κύπρου, της Κερύνειας, η οποία από το 1974 βρίσκεται υπό τουρκική κατοχή, αποτυπώνεται σε έκθεση σπάνιου φωτογραφικού υλικού, λιθογραφιών, καρτ-ποστάλ, χαρτών, εφημερίδων, ζωγραφικών πινάκων και άλλων ντοκουμέντων, που οργανώνει στη Λευκωσία μέχρι τις 20 Ιουνίου το Πολιτιστικό Κέντρο της Marfin-Laiki Bank.
Στα εγκαίνια της έκθεσης, που έγιναν πριν από μερικές μέρες, παρουσιάστηκε και η άρτια δίγλωση έκδοση του Πολιτιστικού Κέντρου της Marfin-Laiki Bank «Ενθύμιον Κερύνειας», την οποία επιμελήθηκε ο μελετητής και συλλέκτης κ. Σταύρος Γ. Λαζαρίδης.

Η έκθεση και η έκδοση για την Κερύνεια δίνουν συνέχεια σε μια σειρά από παρόμοιες αξιόλογες πρωτοβουλίες του Πολιτιστικού Κέντρου της Marfin-Laiki Bank στον μεγάλο και σημαντικό τομέα της προβολής της πολιτιστικής και ιστορικής κληρονομιάς της Κύπρου και του λαού της. Τα τελευταία 25 χρόνια, το Πολιτιστικό Κέντρο έχει εκδώσει και παρουσιάσει σε εκθέσεις φωτογράφους όπως τον Θεόδουλο Τουφεξή, τον Λεοπόλδο Γκλάζνερ, τον Χαϊγκάζ Μανγκοϊάν, τον Σπύρο Χαρίτου, τον Εδουάρδο Βοσκεριτζιάν, τον Κυρακός Ζαρταριάν, τον Βαχάν Αβεντισσιάν, αλλά και καλλιτέχνες - απεσταλμένους των Άγγλων αποικιοκρατών, όπως τον John Thomson και τον Ιωάννη Π. Φώσκολο, που εργάστηκαν κάτω από πολύ αντίξοες συνθήκες και χωρίς τις ευκολίες της σύγχρονης τεχνολογίας, για να αποτυπώσουν την πραγματικότητα της εποχής τους. Μέσα από το έργο τους απαθανάτισαν τοπία και ανθρώπους, αρχαία μνημεία και εκκλησίες, ασχολίες των κατοίκων, ήθη και έθιμα, μεταφέροντας στις επόμενες γενιές τις εικόνες και τις συνθήκες της εποχής τους.
Το Πολιτιστικό Κέντρο της Marfin Laiki Bank ξεκίνησε μία προσπάθεια καταγραφής της ιστορίας των πόλεων της Κύπρου, με τη σειρά «Ενθύμιον». Το πρώτο βιβλίο της σειράς, που εκδόθηκε το 1999, ήταν αφιερωμένο στην Αμμόχωστο.
Μέσα από την παρούσα έκθεση και έκδοση, που καλύπτουν την περίοδο από το 7000 π.Χ μέχρι την ανακήρυξη της Κυπριακής Δημοκρατίας το 1960, προβάλλονται όχι μόνο η διαδρομή της Κερύνειας μέσα στους αιώνες, αλλά αναδύεται και μια πόλη τρυφερή, ανθρώπινη, γραφική και ρομαντική.
«Μια πόλη πόλος έλξης γι΄ αυτούς, που την γνώρισαν στις εποχές της δόξας της, αλλά και για τους άλλους, που θα ήθελαν να την γνωρίσουν, όπως ήταν τότε, έστω και μέσα από την έκθεση και την έκδοση», υπογράμμισε στα εγκαίνια η υπουργός Εργασίας της Κύπρου Σωτηρούλα Χαραλάμπους.
Ο αντιπρόεδρος της Marfin-Laiki Bank Νεοκλής Λυσάνδρου, σε ομιλία του, εξέφρασε την πεποίθηση ότι με όλη τη νοσταλγία, που προκαλεί η ανάμνηση της Κερύνειας μιας προηγούμενης εποχής, η σημερινή παρουσίαση δεν είναι μια αναφορά «σε περασμένα μεγαλεία» είτε σε ένα «χαμένο παράδεισο». Είναι μια ζωντανή πρόκληση, «είναι το όραμα για την Κερύνεια του αύριο και την Κύπρο του αύριο. Μια Κύπρο ελεύθερη, ενωμένη, ευρωπαϊκή, ειρηνική και ευημερούσα», τόνισε ο κ. Λυσάνδρου.
Για την έκθεση και την έκδοση παραχώρησαν υλικό από τις φωτογραφικές συλλογές τους οι κυρίες Στέλλα Σπύρου και Ρήνα Κατσελλή, καθώς και το Λεβέντειο Μουσείο Λευκωσίας.
Στην εισαγωγή της έκδοσης «Ενθύμιο Κερύνειας» ο επιμελητής της Σταύρος Γ Λαζαρίδης σημειώνει ότι εξ αιτίας των εύφορων εδαφών και των άφθονων νερών από τα γειτονικά βουνά, η επαρχία της Κερύνειας κατοικείται αδιαλείπτως από τη Νεολιθική Εποχή έως τη σύγχρονη με ακμάζουσες κοινότητες, όπως μαρτυρούν τα ίχνη αρχαίων οικισμών, τάφων, μνημείων και ιστορικών αρχείων.
Κατά τη Βυζαντινή περίοδο υπήρχαν τείχη γύρω από την πόλη και στις οχυρώσεις της συμπεριλαμβάνονταν μια σειρά από πύργους στη δυτική πλευρά και το κάστρο στην ανατολική πλευρά του λιμανιού.
Οι οχυρώσεις αυτές βελτιώθηκαν σημαντικά από τους Λουζινιανούς που πρόσθεσαν ένα καινούργιο συμπαγές τείχος στα νότια και ξανάκτισαν από τα θεμέλια τη νότια και την ανατολική πτέρυγα του κάστρου. Το κάστρο ενισχύθηκε ακόμη περισσότερο από τους Ενετούς, οι οποίοι πρόσθεσαν ογκώδεις πύργους και προμαχώνες, σε μια απέλπιδα προσπάθεια να προστατέψουν την Κερύνεια από τον επικείμενο κίνδυνο μιας εισβολής από τους Τούρκους.

ΤΟ ΛΙΜΑΝΙ ΤΗΣ ΚΕΡΥΝΕΙΑΣ


Ελάχιστοι ταξιδιώτες αναφέρονται στο λιμάνι της Κερύνειας κατά τη διάρκεια της Φραγκοκρατίας, αφού αυτό βρισκόταν έξω από τις θαλάσσιες οδούς των πλοίων που εξυπηρετούσαν τις γραμμές μεταξύ Ευρώπης και Αγίων Τόπων. Τα χρόνια εκείνα το λιμάνι χρησιμοποιείτο κυρίως από μικρά καράβια που το συνδέανε με τα αντίστοιχα της ακτής της Μικράς Ασίας.
Μια από τις σημαντικότερες πηγές πληροφοριών για την Κύπρο κατά τα τέλη του 18ου αιώνα είναι το βιβλίο «Ταξίδια στο νησί της Κύπρου» του διακεκριμένου Ιταλού αβά Τζιοβάνι Μαρίτι, που έζησε στην Κύπρο μεταξύ του Φεβρουαρίου του 1760 και του φθινοπώρου του 1767 ως αξιωματούχος των αυτοκρατορικών προξενείων της Τοσκάνης. Σχετικά με την Κερύνεια γράφει τα παρακάτω:


«Η πόλη και το φρούριο της Κερύνειας βρίσκονται περίπου είκοσι μίλια από την Λευκωσία. Η πόλη είναι αραιοκατοικημένη. Οι σχισματικοί Έλληνες, που αποτελούν τον χριστιανικό πληθυσμό του νησιού, έχουν εδώ μία εκκλησία που είναι και η έδρα του επισκόπου και οι Τούρκοι ένα τζαμί. Η διοίκηση ασκείται από έναν διοικητή και έναν δικαστή. Οι κάτοικοι καλλιεργούν τη γη που υπάρχει τριγύρω, η οποία τους αποδίδει ένα καλό εισόδημα για τον κόπο τους, αφού οι πολλές πηγές που υπάρχουν στην περιοχή την κάνουν μια από τις πιο εύφορες της Κύπρου. Παράγει σιτάρι, κριθάρι, μετάξι, βαμβάκι, λάδι και χαρούπια. Κάθε χρόνο ολόκληρα φορτία με χαρούπια στέλνονται στην Αλεξάνδρεια.
Κοντά στο φρούριο είναι το λιμάνι, ή μάλλον μια λεκάνη που είναι τόσο μεγάλη απλώς για να δέχεται δύο ή τρία μικρά σκάφη. Εδώ γίνεται η επιβίβαση για την Καραμανιά και το ταξίδι διαρκεί επτά ή οκτώ ώρες. Αυτή η διαδρομή διευκολύνει πολύ το νησί, αφού μέσω αυτής δέχεται τακτικά την αλληλογραφία από την Κωνσταντινούπολη και την Ευρώπη γενικότερα: δύο γαλλικά καΐκια είναι διαρκώς ναυλωμένα για αυτόν το σκοπό. Άλλα σκάφη που διεξάγουν εμπόριο, κυρίως χαρουπιών, σε αυτή την πλευρά του νησιού σταθμεύουν στην ανοιχτή θάλασσα περίπου τρία μίλια από την ακτή. Η αποβίβαση είναι δύσκολη και δυνατή μόνο το καλοκαίρι. Από τις ακτές της Κερύνειας είναι ορατή η Καραμανιά και είναι δυνατόν να δεις τα φώτα της απέναντι ακτής, τα οποία χρησιμοποιούνται ως σινιάλα όταν τυγχάνει να βρίσκονται τα δύο πλοιάρια στην ίδια ακτή και υπάρχουν επιβάτες στην απέναντι».


Όπως αναφέρεται στην έκδοση «Ενθύμιο Κερύνειας» την εποχή της Αγγλοκρατίας, εκπρόσωποι των κατοίκων της Κερύνειας επισκέφθηκαν τον Ύπατο Αρμοστή το 1882 με αίτημα τη βελτίωση του λιμανιού για να μπορεί να δέχεται μεγάλα σκάφη. Μετά τις εισηγήσεις του μηχανικού της κυβέρνησης Σάμιουελ Μπράουν και τις προτάσεις που υποβλήθηκαν στην έκθεση ενός άλλου διακεκριμένου Άγγλου μηχανικού, του Τζων Κούντ, η αποικιακή κυβέρνηση ενέκρινε το ποσό των £8.284 για τη βελτίωση του λιμανιού. Οι εργασίες έγιναν μεταξύ του 1886 και του 1893 με την απασχόληση του φθηνού εργατικού δυναμικού των φυλακισμένων του νησιού, οι οποίοι πληρώνονταν μόνο ένα χάλκινο γρόσι ημερησίως.
Τα βελτιωτικά έργα στο λιμάνι της Κερύνειας έγιναν δεκτά με πολύ σκεπτικισμό και επικρίσεις και αρκετοί σύγχρονοι εξέφρασαν ανοιχτά την αποδοκιμασία τους, ισχυριζόμενοι ότι το λιμάνι ήταν ακόμα πιο επικίνδυνο από παλιά και αναμφισβήτητα τα χρήματα έπρεπε να είχαν δαπανηθεί σε άλλα λιμάνια του νησιού.

TO ΚΑΣΤΡΟ THΣ KEPYNEIAΣ

Το κάστρο της Κερύνειας, ένα από τα παλαιότερα και σημαντικότερα μνημεία της εποχής των Λουζινιανών, είναι ταυτόχρονα και περίλαμπρο οικοδόμημα, που διαδραμάτισε αποφασιστικό ρόλο στην ιστορία του μεσαιωνικού βασιλείου. Διατηρείται δε σε εξαιρετική κατάσταση εξ αιτίας του γεγονότος ότι είναι το μοναδικό φράγκικο κάστρο που ποτέ δεν αλώθηκε δια της βίας.
Η ακριβής χρονολογία της κατασκευής του, στη σημερινή μορφή, δεν είναι γνωστή. Εντούτοις σίγουρα κτίσθηκε στην αρχή της φραγκοκρατίας, μεταξύ του 1192 και του 1211. Στη διάρκεια της μακρόχρονης ιστορίας του το κάστρο πολιορκήθηκε πολλές φορές, αλλά δεν υπέκυψε ποτέ στα όπλα.
Κατά τη διάρκεια του Μεσαίωνα, πολλοί φυλακισμένοι περιωπής πέθαναν στα μπουντρούμια του φρουρίου της Κερύνειας και θάφτηκαν στο γειτονικό ναό του Αγίου Αντωνίου.
Μέσα στο κάστρο βρίσκεται το «αρχαίο καράβι της Κερύνειας», το οποίο εντόπισε το 1965 έξω από το λιμάνι και σε βάθος 30 περίπου μέτρων ο δύτης Ανδρέας Καριόλου. Το 1967, μετά από πρόσκληση του Τμήματος Αρχαιοτήτων της Κυπριακής Δημοκρατίας έφθασε στην Κύπρο μια διεθνής επιστημονική ομάδα με ειδίκευση στην ενάλια αρχαιολογία. Επικεφαλής της ομάδας ήταν ο Michael Katzev από το πανεπιστήμιο της Πενσυλβανίας (Η.Π.Α.). Η αποστολή χρειάστηκε πέντε περίπου χρόνια για να καταφέρει να ανελκύσει και να συντηρήσει το ναυάγιο.
Το «αρχαίο καράβι» είχε μήκος 14,75 μέτρα και πλάτος 4,30 μέτρα και ταξίδευε από τα νησιά του Αιγαίου ή τα παράλια της Ιωνίας και έφτανε μέχρι την Κύπρο και πιθανόν και τη Συρία. Το καράβι ταξίδευε στα μέσα του 4ου αι. π. Χ. περίπου, κατά την εποχή δηλαδή του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του.

ΤO KAΣTPO TOY AΓIOY IΛAPIΩNA


Άλλο σημαντικό μνημείο είναι το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα, στην οροσειρά του Πενταδακτύλου, επίσης γνωστό και με το όνομα «το κάστρο του Θεού της αγάπης». Θεωρείται ως το σπουδαιότερο από όλα τα μεσαιωνικά κάστρα του νησιού και η καταπληκτική αρχιτεκτονική του το καθιστά ένα από τα πιο εντυπωσιακότερα μνημεία του Μεσαίωνα, που σώζονται ακόμη στην ανατολική Μεσόγειο.
Το όνομα του κάστρου αποδίδεται στον Ιλαρίωνα τον μέγα o οποίος είχε το ερημητήριο του εδώ. Σύμφωνα με την παράδοση, ο άγιος ήλθε στην Κύπρο από την Αίγυπτο αναζητώντας ένα κατάλληλο ησυχαστήριο για να περάσει τα τελευταία χρόνια της ζωής του. Μετά το θάνατό του, πιστοί απ’ όλα τα μέρη του νησιού έρχονταν εδώ για να επισκεφθούν το ερημητήριο του αγίου και να προσκυνήσουν τον τάφο του ή για να θεραπευτούν από τις αρρώστιες από τις οποίες υπέφεραν. Τελικά κτίστηκε στο μέρος αυτό εκκλησία που λίγο αργότερα μετατράπηκε σε μοναστήρι. Το κάστρο είναι επίσης γνωστό με την ονομασία το «κάστρο του Θεού της αγάπης». Στην αρχαιότητα η περιοχή ήταν γνωστή ως «Δίδυμος», από τις δύο βουνοκορφές του Πενταδάκτυλου. Οι πρώτοι Φράγκοι που έφθασαν εδώ απέδωσαν λανθασμένα το όνομα στην λατρεία της Αφροδίτης και στην άγνοιά τους υιοθέτησαν το όνομα «Θεός της αγάπης». Στον Μεσαίωνα αποδίδεται και ο μύθος ότι το κάστρο ήταν κάποτε η κατοικία του Θεού του έρωτα.
Η ιστορία του κάστρου του Αγίου Ιλαρίωνα ανάγεται στο 1228, όταν ο Ιωάννης
ο Ιβελίνος, ο αντιβασιλέας του βασιλείου των Λουζινιανών, μετέτρεψε το βυζαντινό μοναστήρι που υπήρχε τότε σε αυτή τη θέση σε ένα οχυρωμένο κάστρο προκειμένου να προστατέψει από τον εχθρό τον ανήλικο βασιλιά Ερρίκο Α΄ και τη βασιλική οικογένεια. Εκείνα τα χρόνια ο αυτοκράτορας Φρειδερίκος Β΄ προσπαθούσε να εδραιώσει την κυριαρχία του στην Κύπρο και να επιβάλει την εξουσία του στον ανήλικο βασιλιά του νησιού.
Το κάστρο αποτελείται από τρία ξεχωριστά τμήματα που κτίστηκαν στις αρχές του 13ου αιώνα. Το εξωτερικό τείχος περικλείει όλη την κορυφή του βουνού και έχει εννιά πύργους. Το μεσαίο τμήμα αποτελείται από διάφορα κτήρια, τα δωμάτια των οποίων συνδέονται μεταξύ τους με μικρά σκαλοπάτια και εδώ βρίσκεται και το βυζαντινό παρεκκλήσι που ανήκε αρχικά στο μοναστήρι του Αγ. Ιλαρίωνα. Στο τρίτο τμήμα βρίσκονται τα διαμερίσματα της βασιλικής οικογένειας και το σημαντικότερο αρχιτεκτονικό στοιχείο του κάστρου, το «παράθυρο της βασίλισσας», με τα πέτρινα καθίσματα του απ’ όπου παρακολουθούσαν την κίνηση κάτω από το κάστρο.
ΤO ABAEIO TOY MΠEΛΛAΠAΪΣ

Το αβαείο του Μπέλλαπαϊς είναι αναμφισβήτητα το ωραιότερο αρχιτεκτονικό γοτθικό οικοδόμημα της εποχής των Λουζινιανών που υπάρχει στην Κύπρο. Είναι ένα από τα μοναδικά μνημεία μοναστικής αρχιτεκτονικής της ανατολικής Μεσογείου που σώζονται μέχρι σήμερα και μπορεί να συγκριθεί μόνο με παρόμοια μοναστήρια στην Ισπανία και στην Ιταλία. Είναι κτισμένο σε μια μαγευτική τοποθεσία στα βόρεια όρη του Πενταδάκτυλου με θέα προς τις ακτές της Κερύνειας, τα δε επιβλητικά του κτήρια είναι ορατά από τα περισσότερα σημεία της πόλης της Κερύνειας.

Το αβαείο ήταν γνωστό με διάφορα ονόματα, όπως Abbaye de la Pais (το Αβαείο της Ειρήνης) και Abbaye Blanche (το Άσπρο Αβαείο), όνομα που έχει την προέλευσή του από το λευκό ράσο που φορούσαν οι καλόγεροι του τάγματος του Αγίου Νορβέρτου. Όταν η εκκλησία του Μπέλλαπαϊς δόθηκε στους Ορθόδοξους, αυτοί την αφιέρωσαν στην «Παναγία την Ασπροφορούσα» για να τιμήσουν την παράδοση του λευκού ενδύματος που φορούσαν οι Λατίνοι μοναχοί του αβαείου.
Το 1570 οι Οθωμανοί κατακτητές λεηλάτησαν και κατέστρεψαν το μοναστήρι..
Η εκκλησία του Μπέλλαπαϊς δόθηκε στην Ορθόδοξη εκκλησία, ενώ τα υπόλοιπα κτήρια του αβαείου οι Οθωμανοί τα μετέτρεψαν σε στάβλους για τα άλογά τους.
Από το 1974, όταν οι Ελληνοκύπριοι εκδιώχθηκαν από τις εστίες τους, η Εκκλησία και ό,τι διασώζεται από το Αβαείο λειτουργούν ως μουσεία υπό τον έλεγχο του παράνομου τουρκοκυπριακού καθεστώτος.



φωτό:

- Το εξώφυλλο της έκδοσης «Ενθύμιο Κερύνειας»
- Το λιμάνι και το κάστρο της Κερύνειας, φωτογραφία Ιωάννη Π. Φώσκολο (John P. Foscolo) - Το κάστρο του Αγίου Ιλαρίωνα , φωτογραφία Χαϊγκάζ Μαγκοϊάν (Haigaz Mangoian)
- Το Αβαείο του MΠEΛΛAΠAΪΣ , φωτογραφία Τζων Τόμσον (John Thomson)
- Ο Γιώργος Σεφέρης στο Αβαείο του MΠEΛΛAΠAΪΣ, στη δεκαετία του 1950.


2 σχόλια:

  1. Νομίζω οι ελλαδίτες την αποκαλούν Κυρήνεια, σε αντίθεση με τους κύπριους που τη λένε Κερύνεια.

    ΑπάντησηΔιαγραφή
  2. Φίλε Παναγιώτη,
    η αφοσίωση και ο ζήλος που σε διακατέχει για τα όπου γης πολιτιστικά και πολιτισμικά είναι τουλάχιστον αξιοζήλευτα.Πρώτη φορά γράφω στην Ιδιωτική σου Οδό παρότι κι άλλες φορές θέλησα να σημειώσω κι εγώ κάτι,στα τόσα ξεχωριστά πράγματα που καταγράφεις.Με χαροποιεί πρώτον, που η Κύπρος γεωγραφικά, ιστορικά και πολιτισμικά δεν έπαψε να μαρτυρεί την ιδιαιτερότητά της, η οποία αναδύεται χάρη στους ανθρώπους της που αναζητούν την όποια κληρονομιά της.Και δεύτερον,γιατί με ενέργειες σαν κι αυτή μπορούμε οραματιζόμαστε ακόμη μια Κερύνεια, μια Αμμόχωστο, μια Λάπηθο και μια Κύπρο ολόκληρη σαν παραμύθι με κάστρα και βασίλισσες σαν χθες,ή σαν ανήσυχα "πουλιά που δεν σε αφήνουν να κοιμηθείς στις Πλάτρες" σήμερα, αλλά και σαν μια "Κύπρο της αγάπης και του ονείρου" του αύριο και του πάντα.
    Δύναμη να έχεις για όλα αυτά και για άλλα ακόμα πιο πολλά!

    Γεωργία

    ΑπάντησηΔιαγραφή