Τρίτη 12 Αυγούστου 2008

...ΠΟΥ ΤΟ ΘΑΥΜΑ ΧΩΡΟΥΣΕ ΠΙΟ ΕΥΚΟΛΑ...

Κατενύσσετο η καρδία του γερο – Φραγκούλα κ’ εθλίβετο. Ρεμβάζοντας παραμονές του Δεκαπενταυγούστου έξω από τον ιδιόκτητο ναΐσκο του, της Παναγίας της Πρέκλας, αναλογιζόταν ότι «το πάλαι εδώ οι Χριστιανοί, όσοι ήσαν ως αυτός τεθλιμμένοι, εις τον ναΐσκον αυτόν ήρχοντο τας ημέρας αυτάς να εύρωσι, δια της εγκρατείας και προσευχής και του ιερού άσματος αναψυχήν και παραμυθίαν… Τον παλαιόν καιρόν, προ του Εικοσιένα, όλοι οι κάτοικοι ήρχοντο εις τον ναόν της Πρέκλας ν’ ακούσωσι τας ψαλλομένας Παρακλήσεις, καθ’ όλον τον Δεκαπενταύγουστον…». Κι όταν ο ιερός υμνωδός παρακαλούσε την Παναγία να μεσιτεύσει στον Θεό, «μη μου ελέγξη τας πράξεις ενώπιον των αγγέλων» τότε… Το τροπάριο αυτό «είχε την δύναμιν και το προνόμιον να κάμνη πολλά ζεύγη οφθαλμών να κλαίωσι, τον παλιόν καιρόν, όταν οι άνθρωποι έκλαιον ακόμη δάκρυα εκ συναισθήσεως…».
Ο Παπαδιαμάντης νοσταλγεί τον παλαιόν καιρόν. Τον καιρόν που οι άνθρωποι ζούσαν εν προσευχή και νηστεία και μοναδική τους παραμυθία ήταν η Εκκλησία. Η επί το αυτό σύναξις των πιστών προς εναπόθεσιν της ζωής των ολοκλήρου εις τον Θεόν και εις την Παναγίαν Μητέρα Του. Ο Παπαδιαμάντης νοσταλγεί με πόθο και πόνο βαθύ τον παλαιόν καιρόν, που οι άνθρωποι έκλαιγαν για τις αμαρτίες τους, γιατί είχαν απόλυτη συνείδηση της μηδαμινότητάς τους και δεν ντρέπονταν γι’ αυτό.
Ο Παπαδιαμάντης νοσταλγώντας δεν παρελθοντολογεί. Θυμούμενος τα του παλαιού καιρού δεν αναμνησιολογεί. Ρεμβόμενος οικοδομεί. Αποκαλύπτει σ’ εμάς τους ανυποψίαστους ένα εύρος ζωής που σήμερα μοιάζει εξωτικό και ανίερο. Γιατί; Την απάντηση δίνει ο Ελύτης:
«Λησμονούμε ότι χωρίς υλικά αγαθά ο χώρος ο ανθρώπινος ήτανε τόσο αδειανός, που το θαύμα χωρούσε πιο εύκολα. Κι ότι αυτή η «σταματημένη ζωή», όπως την αποκαλούμε σήμερα υποτιμητικά, υπερσκελίζοντας κάθε αίσθημα αστάθειας, βοηθούσε τότε τους ανθρώπους ν’ αντιλαμβάνονται την πρόοδο με τα ποιοτικά και όχι τα ποσοτικά μέτρα, που σημαίνει ότι η διάρκεια, σαν χρυσό νήμα, σ΄ ένα κέντημα, έδενε περασμένα και τωρινά, ευτελή και πολύτιμα, φυσικά και υπερφυσικά, μ’ έναν τρόπο που δε γίνεται να ξαναγυρίσουμε ποτέ».
Σκέπτομαι μήπως ο ποιητής δικαιώνεται, δηλ. μήπως δε γίνεται να ξαναγνωρίσουμε τον τρόπο αντιμετώπισης των πραγμάτων, της θέασης της ζωής έτσι όπως οι άνθρωποι τον παλαιόν καιρόν βίωναν με περισσή ευρυχωρία. Τι ερημία!
Να αγνοούμε τη μετάνοια, τη συντριβή, την εγκράτεια, τα εκούσια δάκρυα, την αυτεπίγνωση, τη συλλογικότητα που ‘χει τη δύναμη να σταματάει τη φθορά, τη φυσική ευγένεια, την αθωότητα και την αξιοπρέπεια. Την αξία του πόνου και της εγρήγορσης. Της λιτότητας και της ταπεινοσύνης.
«Ανελογίζετο αυτά, κ’ έκλαιεν η ψυχή του…»
Π.Α.Α.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου